Τετάρτη, 23/08/2017


news menu leftnews menu right
Πρωτοσέλιδο Πρωτοσέλιδα Τρεις νόσοι «κόβουν» το νήμα της ζωής
Τρεις νόσοι «κόβουν» το νήμα της ζωής Εκτύπωση E-mail
Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016 15:51

3σαα

 

Μπορεί οι επιστήμονες, να υποστηρίζουν ότι ολοένα και περισσότερες ασθένειες απειλούν την παγκόσμια Υγεία, λόγω της αύξησης του πληθυσμού, της κινητικότητας, της αστικοποίησης και των περιβαλλοντικών μεταβολών, ωστόσο οι κάτοικοι της Ηπείρου, δηλώνουν ότι έχουν καλή ή πολύ καλή Υγεία, ενώ όπως και οι υπόλοιποι Έλληνες, ζουν περισσότερο και πεθαίνουν αργότερα.

Στα παραπάνω, συμβάλλουν οι διαρκώς βελτιωμένες μέθοδοι πρόληψης και θεραπείας των διαφόρων νόσων, η φαρμακευτική αγωγή και η προσβασιμότητα σε δομές περίθαλψης.

Βέβαια, αυτό το τελευταίο, σε εποχές κρίσης, είναι αμφισβητούμενο, μιας και το 11,3% του πληθυσμού, αδυνατεί να αγοράσει τα φάρμακά του και το 13,6% δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να λάβει ιατρική φροντίδα ή θεραπεία.

Κι όλα αυτά, δύο χρόνια πίσω, δηλαδή το 2014, όπου τα χειρότερα για την ελληνική οικονομία, δεν είχαν έρθει ακόμα.

Αυτό αναφέρει η τελευταία έρευνα για την υγεία του πληθυσμού της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Η έρευνα, πραγματοποιείται κάθε τέσσερα χρόνια και αυτή τη φορά, διενεργήθηκε σε τελικό δείγµα 8.223 ιδιωτικών νοικοκυριών και σε ισάριθµα µέλη αυτών, σε ολόκληρη την Ελλάδα και φυσικά την Ήπειρο.

Στην περιοχή μας, που εντάσσεται στην Κεντρική Ελλάδα, το 74,6% του πληθυσμού δήλωσε ότι η Υγεία του είναι πολύ καλή ή καλή, παρουσιάζοντας μάλιστα αύξηση σε σχέση με το 2009, οπότε και είχε πραγματοποιηθεί η πρώτη έρευνα, ωστόσο αυξήθηκε και το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι η Υγεία τους επιδεινώθηκε με το πέρασμα των χρόνων (7,8% έναντι 7,5%).

Αναφορικά με τα προβλήματα στο δημόσιο σύστημα Υγείας και την οικονομική κατάσταση των πολιτών, ιατροφαρμακευτική φροντίδα καθυστέρησε ή δεν έλαβε καθόλου το 12,9% του πληθυσµού, λόγω μεγάλης λίστας αναµονής, το 6,0% λόγω μεγάλης απόστασης ή προβληµάτων στη μεταφορά, το 9,4% λόγω έλλειψης ειδικοτήτων γιατρών και επαγγελματιών υγείας.

Την οικονομική δυνατότητα για να λάβει ιατρική φροντίδα ή θεραπεία δεν είχε το 13,6% του πληθυσµού, οδοντιατρική φροντίδα το 15,2%, υπηρεσίες φροντίδας ψυχικής υγείας το 4,2%, ενώ το 11,3% δεν είχε την οικονοµική δυνατότητα να αγοράσει φάρµακα που είχαν συσταθεί από γιατρό.

Την ίδια στιγμή, άλλη μελέτη του Οικονομικού Επιστήμονα Δημήτρη Πατσάκη, που πραγματεύεται τη θνησιμότητα και τις αιτίες θανάτου στην χώρα μας, ανά περιοχή, αποκαλύπτει ότι στην Ήπειρο, οι άνθρωποι πεθαίνουν από Νεοπλάσματα, νόσους του Κυκλοφορικού και του Αναπνευστικού Συστήματος.

Ειδικότερα, στις λίστες των «ασθενέστερων» περιοχών της χώρας, όσον αφορά στα παραπάνω νοσήματα, φιγουράρουν Πρέβεζα, Άρτα και Θεσπρωτία από την Ήπειρο, με τα Γιάννενα να μην περιλαμβάνονται ούτε στην αρνητική, αλλά ούτε και στη θετική λίστα των «υγιέστερων».

Τα στοιχεία

Αναλυτικότερα, στην Πρέβεζα, μεταξύ 1990-1992, οι θάνατοι από νόσους του κυκλοφορικού, ανέρχονταν σε 269 (με συχνότητα 459 ανά 100.000 κατοίκους), το 2000 – 2002, αυξήθηκαν σε 290 (με συχνότητα 489 ανά 100.000 κατοίκους) και το 2010-2012, ανήλθαν σε 298 (με συχνότητα 514 ανά 100.000 κατοίκους). Δηλαδή, μέσα σε είκοσι χρόνια, η αύξηση άγγιξε το 11,98%.

Στην Άρτα τώρα, μεταξύ 1990-1992, οι θάνατοι από νεοπλάσματα, δηλαδή καρκίνους, ανέρχονταν σε 157 (με συχνότητα 199 ανά 100.000 κατοίκους), το 2000 – 2002, αυξήθηκαν σε 199 (με συχνότητα 255 ανά 100.000 κατοίκους) και το 2010-2012, ανήλθαν σε 215 (με συχνότητα 312 ανά 100.000 κατοίκους). Εδώ, η αύξηση μέσα σε μια 20ετία άγγιξε το 56,78%. Δηλαδή, τα περιστατικά καρκίνου διπλασιάστηκαν!

Μεγάλη άνοδο των ποσοστών, είχαμε και στη Θεσπρωτία, με τους αριθμούς όμως να είναι μικρότεροι, σε σχέση με την Άρτα.

Πιο συγκεκριμένα, μεταξύ 1990-1992, οι θάνατοι από νεοπλάσματα, ανέρχονταν σε 74 (με συχνότητα 167 ανά 100.000 κατοίκους), το 2000 – 2002, αυξήθηκαν σε 97 (με συχνότητα 210 ανά 100.000 κατοίκους) και το 2010-2012, ανήλθαν σε 111 (με συχνότητα 250 ανά 100.000 κατοίκους). Εδώ, η αύξηση μέσα σε μια 20ετία άγγιξε το 49,70%.

Τέλος, όσον αφορά στις νόσους του Αναπνευστικού, η Θεσπρωτία «πρωταγωνιστεί» και εδώ. Μεταξύ 1990-1992, οι θάνατοι ανέρχονταν σε 21 (με συχνότητα 48 ανά 100.000 κατοίκους), το 2000 – 2002, αυξήθηκαν σε 36 (με συχνότητα 78 ανά 100.000 κατοίκους) και το 2010-2012, ανήλθαν σε 52 (με συχνότητα 117 ανά 100.000 κατοίκους). Μιλάμε, δηλαδή για αύξηση της τάξης του 143,75%, φέρνοντας την συγκεκριμένη Περιφερειακή Ενότητα στις πρώτες θέσεις των 10 «ασθενέστερων» της χώρας.

Στον αντίποδα, η Πρέβεζα συγκαταλέγεται στις 10 «υγιέστερες» περιοχές αναφορικά με τις νόσους του Αναπνευστικού, καθώς μεταξύ 1990-1992, οι θάνατοι ανέρχονταν σε 47 (με συχνότητα 80 ανά 100.000 κατοίκους), το 2000 – 2002, αυξήθηκαν σε 64 (με συχνότητα 108 ανά 100.000 κατοίκους) και το 2010-2012, μειώθηκαν σε 55 (με συχνότητα 93 ανά 100.000 κατοίκους).

Οι μισοί Έλληνες πάσχουν από χρόνιο νόσημα

Πάντως, τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, δείχνουν ότι ένας στους δύο (49,7%) πανελλαδικά, δηλώνει ότι έχει κάποιο χρόνιο πρόβλημα ή χρόνια πάθηση, αύξηση 25,2%, σε σχέση με το 2009, εκ των οποίων, έξι στους δέκα (61,8%) είναι ηλικίας 55 ετών και άνω. Ακόμη το 2,1% του πληθυσμού, δήλωσε ότι υπέστη έμφραγμα του μυοκαρδίου, ποσοστό αυξημένο κατά 50,0% σε σχέση με το ποσοστό που κατεγράφη το 2009 (1,4%). Το 2,1% δήλωσε ότι υπέστη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή υφίσταται τις χρόνιες συνέπειες παλαιού εγκεφαλικού και 20,9%, δήλωσε ότι πάσχει από υπέρταση και υψηλά επίπεδα χοληστερόλης στο αίµα ανέφερε το 15,4% του πληθυσµού.

Από σακχαρώδη διαβήτη δήλωσε ότι πάσχει το 9,2% του πληθυσμού ηλικίας 15 ετών και άνω, ποσοστό αυξημένο κατά 16,5% σε σχέση με το 2009 (7,9%).

 

Αναγκαίος ο ανασχεδιασμός του ΠΕΔΥ

Όπως σημειώνεται στην έρευνα του κ. Πατσάκη, «Με την υπόθεση ότι οποιαδήποτε αιτία δεν επιφέρει πάντοτε άμεσα θανάσιμο αποτέλεσμα, πάντοτε με την συμβολή της προαγωγής της υγείας, της έγκαιρης και ακριβούς διάγνωσης και της άμεσης πρόσβασης σε δομές περίθαλψης 1ης και 4ης βαθμίδος, ενδεχομένως να υπάρχει ανάγκη ανα-σχεδιασμού του Π.Ε.Δ.Υ, πλήρους στελέχωσής του και άμεσης προτεραιότητας Εθνικού Προγραμματισμού ενημέρωσης & πρόληψης.

Νοσήματα όπως τα Νεοπλάσματα μαστού και γεννητικών οργάνων (γυναίκες), Προστάτη και πεπτικού συστήματος (και τα 2 φύλα), παθολογικής παχυσαρκίας (ιδίως σε άτομα προ-εφηβικής ηλικίας), Διαβήτη, Χ.Α.Π. κ.λ.π. είναι δυνατόν να μειωθούν ή να αντιμετωπισθούν με καλύτερους όρους επιβίωσης και ποιότητας ζωής. Αρκεί μόνο η αποφασιστικότητα και η υιοθέτηση της ανάγκης της πρόληψης σε βάρος της θεραπείας.

Η πύκνωση των υποδομών σε Κέντρα Υγείας και Περιφερειακά Ιατρεία, αν εξαντλούν την λειτουργία τους σε συνταγογράφηση ή παραπομπή σε Νοσοκομεία, δεν έχει αποδείξει την θετική τους συμβολή στην μείωση της νοσηρότητας ή της αναπόφευκτης θνησιμότητας. Σε τελική ανάλυση, δεν είναι τα κτίρια, οι συσκευές ή το ιατρικό προσωπικό από μόνα τους ικανά να αποτρέψουν ένα μη αναστρέψιμο και μηδέποτε διαγνωσμένο ή πιθανολογούμενο νόσημα.

Η Επιδημιολογία, η Κοινωνική Ιατρική, η Διαχείριση Κρίσεων στην Υγεία και η Βιοστατιστική είναι ίσως μερικοί από τους καλύτερους τομείς που θα συμβάλουν στην βελτίωση της υγείας του συνόλου του πληθυσμού, ανεξάρτητα από το από πού προέρχονται, που κατοικούν και ποιά είναι η κοινωνική και εισοδηματική τους κατάσταση».